zea_600_253462_MO1T4Q

Ζέας αλεύρι – Triticum Dicoccum – Δίκοκκο Σιτάρι

Ζέας αλεύρι – Triticum Dicoccum – Δίκοκκο Σιτάρι

του Χρήστου Κοσμίδη

“Ιωνική θεραπευτική με βότανα ”

Πλούσιο, σε βιταμίνες ιχνοστοιχεία, Μαγνήσιο [40%], Χολίνη, βοηθά τους διαβητικούς και αλκοολικούς, κα. Οι έρευνες έδειξαν ότι η Ζέα περιέχει 40% περισσότερο μαγνήσιο από τα άλλα δημητριακά.

Το μαγνήσιο επιπλέον ενεργοποιεί τις ενζυματικές διαδικασίες του μεταβολισμού. Περιέχει δε υψηλά ποσοστά του αμινοξέος λυσίνη. Τα δημητριακά Ζέας συμβάλλουν στη διατήρηση ενός φυσιολογικού σωματικού βάρους.

Είναι πλούσια σε υδατάνθρακες χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη. Αυτό σημαίνει ότι απορροφώνται αργά και απελευθερώνουν μικρή ποσότητα γλυκόζης στο αίμα. Έτσι, μαζί με τις φυτικές ίνες, αυξάνουν το αίσθημα του κορεσμού και διατηρούν το αίσθημα της πληρότητας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

-Ρυθμίζουν καλύτερα τη γλυκόζη στο αίμα, με αποτέλεσμα να αποτελούν όπλο στην πρόληψη αλλά και αντιμετώπιση του Σακχαρώδη Διαβήτη.

-Αντιμετωπίζει την οστεοπόρωση, μαζί με γιαούρτι, πυκνώνει την οστική μάζα, ενισχύει τα οστά και το σμάλτο των δοντιών.

-Χαλαρώνει τα συνεσταλμένα αγγεία, για να ρέει το αίμα ελεύθερα.

-Βοηθά στην στηθάγχη, από σπασμούς της στεφανιαίας αρτηρίας.

-Βοηθά στο προεμμηνορροϊκό σύνδρομο, σε κράμπες, σε μυοχαλάρωση σε αϋπνίες.

-Βοηθά και ρυθμίζει την διέλευση νατρίου και καλίου δια των κυτταρικών μεμβρανών.

-Μειώνει την κακή χοληστερόλη [LDL] και αυξάνει την καλή [HDL].

-Ρυθμίζει τον μεταβολισμό και την σύνθεση πρωτεϊνών, ενεργοποιώντας μεγάλο αριθμό ενζύμων.

-Αυξάνει την μνήμη, την φαντασία, την δημιουργικότητα, την πνευματικότητα, με το αμινοξύ [πρωτεΐνη] χολίνη.

-Μαζί με το ασβέστιο [μυοδιεγερτικό], ρυθμίζει την δραστηριότητα των μυών.

-Η έλλειψη Μαγνησίου διευκολύνει την συγκόλληση των αιμοπεταλίων για σχηματισμό θρόμβων και απόφραξη αρτηριών.

Σε αρχαιολογικές έρευνες προϊστορικών οικισμών, στον Ελλαδικό χώρο και στην Μικρά Ασία ευρέθησαν σπόροι Ζέας που χρονολογούνται πέραν των 12.000 ετών, επίσης ευρέθησαν ίχνη ζέας, στην Συρία, στην Παλαιστίνη, στον Περσικό κόλπο, καθώς και στην Βόρειο Αφρική, και ονομάζεται Emmer ή aja. Η πόλη των Αθηνών ονομαζόταν και ζείδωρος, γιατί στο έδαφος της καλλιεργείτο εκτός από την ελιά και το δημητριακό ζειά. Το ζειά με το ζήτα δηλώνει την ζωή με το έψιλον γιώτα την μακρά πορεία και με το άλφα που είναι το πρώτο στοιχείο το άριστον την παρουσία του Αιθέρα (το στοιχείο που βρίσκεται παντού και δομεί τα πάντα είναι ο Αιθέρας), άρα ζειά σημαίνει μακροζωία.

Χαρακτηριστική απόδειξη ότι η μαρίνα του Πειραιά αποκαλείται μέχρι και σήμερα Ζέα!

Ο Όμηρος αναφέρεται στην καλλιέργεια της ζέας στην Λακωνική πεδιάδα «πυροί τε ζειαί τήδ΄ ευρυφανές κρί λευκόν».

Οι Έλληνες δεν έτρωγαν ψωμί από σιτάρι, αυτό προτιμούσαν να το δίνουν στα ζώα. Έτρωγαν ψωμί από Ζειά ή Κριθάρι. Και μόνο σε μεγάλη ανάγκη έτρωγαν κριθάρι ανάμεικτο με σιτάρι. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι στις απεικονίσεις της θεάς Δήμητρας δεν εμφανίζεται σιτάρι, αλλά Ζειά.

Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι επίσης εκτιμούσαν ιδιαίτερα “τις χάρες” του δημητριακού, αφού σύμφωνα με τον Ηρόδοτο παρασκεύαζαν ψωμί αποκλειστικά από Ζέα.

O Θεόφραστος τον 4ο αι. π.Χ, διακρίνει την ζειά σαφώς από την όλυρα (ασπρόσιτος) χαρακτηριζοντάς ως το πλέον αποδοτικότερο από όλα τα είδη των δημητριακών.

Σύμφωνα, με τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο και τον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα, η ζειά είχε καλλιεργηθεί αποκλειστικά ως το μοναδικό δημητριακό από τους πρώτους Ρωμαίους στην αρχή της ιστορίας τους και αυτό αποδεικνύεται από τη χρησιμοποίηση του σε όλες τις θρησκευτικές τελετές τους. Ενώ όπως μας πληροφορεί ο Διοσκουρίδης (1ος αι. μ.Χ.) στην εποχή του ήταν διαδεδομένη μια πανάρχαια συνήθεια των Ελλήνων και των Ρωμαίων: η μίξη χονδροαλεσμένων κόκκων ζέας και σιταριού, που λεγόταν “κρίμνον”, και το οποίο ήταν ένα παχύρρευστο θρεπτικό ρόφημα που ονομαζόταν “πολτός” (χυλός).

Ο Μέγας Αλέξανδρος σίτιζε τα στρατεύματα του με ψωμί Ζέας, για να μην αρρωσταίνουν οι άνδρες του, το ίδιο έκαναν, και οι Ρωμαίοι.

Το 1922 οι Κοσμοκράτορες – σιωνιστές που έχουν στόχο ζωής, εδώ και χιλιετίες τον αφανισμό των Ελλήνων, έστειλαν μία επιτροπή, να διαπιστώσει ποια τροφή, είναι σημαντική στην διατροφή των Ελλήνων, διεπίστωσαν ότι ήταν το ψωμί της Ζέας. Κάνοντας αναλύσεις στα χημικά εργαστήρια, απέδειξαν τα ωφελήματα της ζέας, και το 1928, έδωσαν εντολές στα πάντα πρόθυμα φερέφωνά τους, και σε 4 χρόνια θησαύρισαν με την εμπορία της νέας καλλιέργειας, του σιταριού, ενώ μέχρι το 1932 κατάργησαν την καλλιέργεια της Ζέας, με την βοήθεια των ΜΜΕ, δυσφημώντας την σαν ζωοτροφή, ελέγχοντας τους εκδότες και πλαστογραφώντας άλλαξαν την γνώμη του κόσμου, αυτό έγινε αποκλειστικά και μόνον στην Ελλάδα, ο απαγορευτικός Νόμος ισχύει ακόμη και σήμερα, απέκλεισαν και την αναφορά του ονόματος Ζέα, από όλα τα λεξικά και τις εγκυκλοπαίδειες, το μόνο που έμεινε ήταν το λιμάνι Ζέας στον Πειραιά, σημείο φορτοεκφόρτωσης Ζέας, στην αρχαία εποχή.

Για χιλιάδες χρόνια παρέμενε το κυριότερο δημητριακό της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Μετέπειτα αντικαταστάθηκε από το Triticum turgidum (Durum) [το Γερμανικό dienkel ή triticum spelt- το Ιταλικό farro], το οποίο πιθανά να δημιουργήθηκε από το Triticum dicoccum με μετάλλαξη. Οι αγρότες προτίμησαν το νέο αυτό δημητριακό λόγω του ότι ο σπόρος αποχωριζόταν από το φλοιό με μεγαλύτερη ευκολία. Κάποιοι τη μπερδεύουν ακόμα και με το καλαμπόκι, αφού η λέξη Zea (Zea mais) είναι η επιστημονική ονομασία του αραβοσίτου.

(Πηγές Γ. Γ. Αϋφαντής «Ο Ιστορικός Εμπαιγμός», και Χ. Γ. Κοσμίδης “Ιωνική θεραπευτική με βότανα”).

Άλλο ζειά άλλο όλυρα τελικά; Στο διαδίκτυο για τη λέξη «Ζειά» στην ΙΛΙΑΔΑ – ραψωδία Ε, στίχοι 121-240 διαβάζουμε: «…παρά δέ σφίν έκάστω δίζυγες ίπποι έστάσι κρί λευκόν έρεπτόμενοι και όλύρας» (195). Πιο κάτω ό μεταφραστής, με ελαφρά συνείδηση, ή καλοπληρωμένος μεταφράζει: «…εις κάθε αμάξι είναι σιμά ζευγαρωτά πουλάρια, στέκουν και τρώγουν την ζειά και το λευκό κριθάρι». Εδώ δολοφονείται ή Ζειά, γιατί ό μεταφραστής, μεταφράζει τη ζωοτροφή «όλύρας» σε «ζειά».

Οι μεταγενέστεροι αντιγράφουν από αυτό ζειά=όλύρας=ζωοτροφή, ενώ ό Όμηρος γνώριζε και τα δύο, ζειά και όλύρας, και έγραφε πάντα το σωστό, αυτό που ήθελε και έπρεπε να διδάξει. Εδώ γράφει σαφώς: «κρι λευκόν έρεπτόμενοι και όλύρας». Όχι ζειά, όπως με ελαφρά συνείδηση και βαρύτατη άγνοια γράφουν οι μεταφραστές. Η ολύρα καλλιεργείται από τα αρχαία χρόνια στην Ελλάδα σαν ζωοτροφή. Ήταν μεσογειακό φυτό (Λεξικό «ΗΛΙΟΣ», λήμμα Όροβος). Είναι λογικό να καταλήξει με τον χρόνο ή όλύρα σε όροβο. Στο λεξικό «LIDELL and SCΟΤΤ» θα την βρείτε σαν Σίκαλη η Αγριοσίκαλη, αυτή τη σύγχυση καλλιέργησαν οι φιλέλληνες… για να ξεχάσουμε τη Ζειά.


Comments are disabled for this post